Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Ο άλλος ρινόκερος


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο "Βιβλιοδρόμιο" της εφημερίδας "Τα Νέα", το Σαββατοκύριακο 24-25 Απριλίου 2021, ο ποιητής, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Ορφέας Απέργης δημοσίευε ένα κείμενο για τον "Ρινόκερω" με τον εύγλωττο τίτλο:

Ο άλλος ρινόκερος

Είναι πολλοί, νέοι κι ορμητικοί, αλλά και γέροι αποφασιστικοί, που προσπαθούνε να σαρώσουνε τη ζωή. Δηλαδή προσπαθούνε να κλείσουνε μέσα σε ό,τι κάνουνε, ή σχεδιάζουνε, ή γράφουνε, τη ζωή όλη, και ολόκληρο τον κόσμο. Προσπαθούνε με μανία κι ενθουσιασμό να φτιάξουνε ή να πράξουνε «Gesamtkunstwerke», έργα και πράξεις που να είναι πλήρη, ολικά, συνολικά, ολοκληρωτικά – στο πρότυπο του βαγκνερικού «έργου τέχνης που περιλαμβάνει τα πάντα: όλες τις μορφές και όλα τα θέματα».

Ο Παναγιώτης Ιωαννίδης δεν ανήκει σε αυτούς. Ποιητής με αρκετά πια βιβλία και πολλά άλλα έργα ήδη πίσω του, δεν επιδιώκει ούτε ποτέ επιδίωξε – τι πράγμα; Νομίζω άνευ αντικειμένου: δεν επιδιώκει. Δεν επιδιώκει γράφοντας τίποτα, δηλαδή επιδιώκει, γράφοντας, το τίποτα – ή, αλλιώς, επιδιώκει, γράφοντας το τίποτα. «Το μεγάλο Τίποτε είναι ό,τι ένας χριστιανός θα έλεγε ο Θεός», μας λέει «η Ιωάννα», στο καινούργιο ποιητικό βιβλίο του Ιωαννίδη, τον «Ρινόκερω», που βγήκε λίγο πριν ξανακλείσουμε ερμητικά μπροστά στην πανδημία, τον Οκτώβριο του 2020. Ποια είναι η «Ιωάννα»; Δεν έχει τόση σημασία. Είναι μια από τα πολλά «πρόσωπα, ζώα ή πράγματα» – όπως το παιχνίδι που παίζαμε μικροί –, που κατοικοεδρεύουν εντός των ολιγόστιχων ποιητικών τεχνουργημάτων του Ιωαννίδη. Είναι όλα αυτά τα μικρά κείμενα σαν μικρογραφικές παραστάσεις, σαν καμέες – δηλαδή λεπτουργήματα που αρκούνται στο λίγο.

Φορές-φορές, νομίζω ηθελημένα εκ μέρους του ποιητή, σου θυμίζουνε τα δεντράκια μπονζάι των γιαπωνέζικων κήπων, που οι θεληματικοί κηπουροί τους ξοδεύουν ώρες και ώρες για να τα «τελειοποιήσουν», καθώς «η ατέλεια είναι μια κίνηση προς το μέλλον», όπως λέει ο σοφός Κενκό, σε μια φράση που ο Ιωαννίδης μας θυμίζει με άλλη ευκαιρία. Μικρές τελειότητες (δηλαδή –καθότι είμαστε άνθρωποι, άρα μάταιες πάντα, ως ένα βαθμό, οι επιδιώξεις μας– μικρές ατέλειες που μυστικά ελπίζουν ή και προσβλέπουν προς μια κάποια τελειότητα) είναι τα λεπτουργήματα του Ιωαννίδη, με σαφείς, και ενίοτε σαφώς δηλωμένες, τις οφειλές τους στη γιαπωνέζικη ολιγάρκεια, όπως στο υπέροχα λιτό ποίημα «Ο Μπάσο βαδίζει στο στενό μονοπάτι για τον βαθύ Βορρά»:

 

Κοιτώ τα χέρια μου –

γέρικα πεύκα

πρωί με ομίχλη

 

Ποθώ το φεγγάρι

κι ας μη με φυλάει

απ’ τα στραβοπατήματα

 

Ποιος ξέρει πού θα σωριαστώ

Ποιος θα με βρει –

ψάρι, πουλί ή παιδί

 

Αδιάφορο –

όσο υπάρχει το κρασί

και το ποίημα των φίλων

 

Χάρη

στους χθεσινούς οικοδεσπότες

έχω πέδιλα καινούργια

 

Ομως το ψάθινο καπέλο μου

είναι γεμάτο

τρύπες

 

Αν βγάλω και τούτη την νύχτα

αν μου χαρίσουν καινούργιο καπέλο

αν μου βάλουν φαΐ στο δισάκι

 

Εις το επανιδείν –

θα αναβάλω

τον αποχαιρετισμό

 

Και, όντως, ο αποχαιρετισμός εξακολουθητικά αναβάλλεται. Προσέξτε πώς το ποίημα αυτό δεν φέρει ούτε μία τελεία – να η οριστική μας ατέλεια που τόσο παθητικά (εννοώ τόσο άξια συμπόνεσης) πασχίζει να τελειοποιηθεί.

Αλλά αν ο Μπάσο, ο μεγάλος γιαπωνέζος ποιητής του χαϊκού (με τους τρεις του στίχους των 5, 7 και 5 συλλαβών) εμπνέει τον Ιωαννίδη, όπως και αρκετές και αρκετούς άλλους εντόπιους ποιητές στα νεοελληνικά μας πράγματα, ελάχιστοι είναι εκείνοι που βλέπουνε το γιαπωνέζικο εγχείρημα ως κάτι περισσότερο από λυρική τεχνική πρόκληση ή ποιητική άσκηση στην εκφραστική λιτότητα. Αντίθετα από τις τρέχουσες χρήσεις του συρμού (που συνήθως επιφυλάσσουν σε αυτό το εξαίσιο εξωτικό ποιητικό πουλί οι της εγχώριάς μας ποιήσεως), ο Ιωαννίδης προτείνει τον τρόπο του χαϊκούως τρόπο ζωής, άρα και ποίησης της ζωής αυτής. Είναι σαν να μας λέει «πολύ δεν υπάρχει – γιατί όλα από λίγο είναι φτιαγμένα». Αρα, με τον ποιητικό του τρόπο μάς λέει να μην ψάχνουμε για «το όλον που είναι μεγαλύτερο από τα μέρη του», ούτε καν για «το όλον που, προφανώς και πολύ αριστοτελικά, ισούται με το άθροισματων μερών του», αλλά αντίθετα, για «το όλον που μπορεί να ισούται με κάθε ένα από τα μέρη του ξεχωριστά» – και εντελώς αντιμαθηματικά!

Αρα, σε κάθε στιγμή ο Ιωαννίδης βρίσκει και μάς περιγράφει κόσμους. Και έτσι είναι που μια ποιητική μορφή και προδιάθεση από την Ιαπωνία μπορεί να έχει απόλυτη συνάφεια και σχέση και σημασία για το γυμνό, το απογυμνωμένο και σχεδόν εξουθενωμένο, παρόν μας. Εφαρμόστε, μάς λέει, τη μέθοδο που σας κομίζω (σαν παλιός ή νεότερος δάσκαλος διαλογισμού ενός μυστικού Ζεν) και σε πάντα τα «καθ’ ημάς». Εφαρμόστε τη μέθοδο παρατηρώντας. Και ο Ιωαννίδης μάς παίρνει γλυκά-γλυκά από το χέρι και μας καθιστά συμπαρατηρητές του. Βλέπουμε μαζί του τη «γάτα της γειτόνισσας [να] το σκάει / απ’ τη μισανοιγμένη πόρτα, [καθώς] πάει να βρει τον ήλιο // Στο σπίτι της ολοχρονίς / κλειστά παντζούρια / Μα οι γάτες αγαπούν τον ήλιο // Τότε πώς ζούνε στην Αγγλία; // Εκείνες είναι Εγγλέζες – έχουν συνηθίσει [...] οι γάτες ξεγελιούνται / Εχουν ξεχάσει τις σαβάνες πια / και τις ερήμους». Αυτή είναι η «Εξέλιξη των ειδών», όπως μάς λέει ο τίτλος του ποιήματος. Και να πώς, με ένα φαινομενικώς ασήμαντο, με ένα μικρότατο «λίγο», λέγονται σελίδες επί σελίδων ενός επικού ιστορικού «πολύ»: όπως οι γάτες, έτσι και καθετί ιστορικό, έτσι και κάθε είδος – έτσι κι οι άνθρωποι;

Ναι, έτσι και οι άνθρωποι – γιατί το ποιητικό βιβλίο του Ιωαννίδη είναι γεμάτο από τα ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα πάθη. Από τα πάθη που μοιράζονται και τα ζώα, όλα τα έμβια, αλλά και τα άψυχα, οι πέτρες, τα χώματα, οι ήλιοι, όπως καταλεπτώς τα περιγρά φει με την οξυδερκή σχολαστική αγάπη ενός εστέτ, ενός «άκρου αισθητή» των καιρών μας που ηδονίζεται με τα χρώματα και τα αρώματα και τις υφές των κάθε λογής φυσικών και τεχνητών υφασμάτων:

 

Μες στις βελούδινες χρυσοκέντητες

φορεσιές

των γυναικών της Βορείας Ηπείρου

και στους ολάνθιστους κήπους

των εβραϊκών γαμήλιων συμβολαίων

τρέχουν τρελλαμένες

νεαρότατες σαύρες

Είναι η εποχή τους τώρα

βγαίνουν πάλι

 

Μα χάθηκε ο μικρόσωμος ρινόκερως

Stephanorhinus kirchbergensis

απ’ τις όχθες του Λούρου

Χάθηκε το κόκκινο ελάφι

που έφτιαχναν απ’ τα δόντια του

χάντρες και φυλαχτά

Χάθηκε το βραχύσωμο άλογο

που τόσο το κυνήγησαν

και με το τέλος πια των παγετώνων

ξεράθηκαν τα χορτολίβαδά του

 

Τώρα ο άστεγος κοιμάται στο πεζούλι

του παλιού μεντρεσέ

Ενα γεράκι άπραγο

στέκει ψηλά στα σύρματα

Οι σαύρες λιάζονται παντού

Μια γάτα μάς κοιτά

 

Να πώς μια σειρά παρατηρήσεων του «απλού» και του «λίγου», με τον τρόπο των Γιαπωνέζων, ανακαλεί ολάκερη την ιστορία ενός τυραννισμένου τόπου – το ποίημα, με τίτλο «Το δέντρο της ζωής», επιγράφεται «Γιάννενα, άνοιξη 2015». Ο εστέτ ποιητής περιγράφει μάλλον αυτά που βλέπει στο μουσείο, μαζί με αυτά που βλέπει καθώς η φύση, πλήρης νοήματος, τον αγκαλιάζει, και στη σύναψη των δύο αυτών κόσμων, της μάθησης και της ευαισθησίας, γίνεται το ποιητικό «τζιζ», σπιθίζει ο παντοδύναμος σπινθήρας της υψηλής συγκίνησης, καθώς ο νους και η καρδιά (του ποιητή, και μαζί η δική μας) συνειδητοποιεί κι αναθυμάται πόσο άγρια ξεριζώθηκαν από τα Γιάννενα οι Εβραίοι και πώς στάλθηκαν εκεί απ’ όπου δεν υπάρχει γυρισμός ανθρώπινος – ακόμα και ο ρινόκερως αυτούς ανακαλεί, αφού το όνομά του το επιστημονικό φέρει μέσα του, δήθεν αθώα και τυχαία, τους Εβραίους Kirchberg και τη μεγάλη εβραϊκή κοινότητα της ομώνυμης γερμανικής πόλης – κι ακόμα συνειδητοποιεί, ο τα πάνθ’ ορών ποιητικός νους, πώς και οι Τούρκοι του «παλιού μεντρεσέ» περάσανε και φύγαν, ίσως και οι εμφυλιοπολεμικοί αριστεροί των «κόκκινων ελαφιών», και πώς τώρα απ’ το ίδιο μέρος περνάνε άστεγοι φτωχοί (μετανάστες;), και πώς οι εποχές αβίαστα και σαν απαθώς συνεχίζουν κυκλικά να κυλάνε, καθώς η ζωή περνάει και πάει και διαρκώς επανέρχεται.

Πόσο ωραία πυκνώνουν και συμπυκνώνονται όλα αυτά μέσα στο λιτό κέλυφος ενός μικρότατου, λεπτουργημένου ποιήματος παρατήρησης. Μέσα από τα λόγια του Ντεμπυσσύ, του μεγάλου μουσικού, μας προειδοποιεί ο Ιωαννίδης, μπας και ξεχαστούμε, και πούμε πως όλα αυτά είναι απλώς τα καλλιγραφήματα ενός εστέτ που αγαπάει τις τέχνες και τη σχολαστική, παρατηρητική φροντίδα: «Στο μέλλον αναρωτηθείτε / για τα έργα που φαίνονται / να αιωρούνται μεσούρανα [σ.τ.σ. ήτοι «στα σύννεφα»;] / Συχνά τα έχουν οργώσει / ερέβη».

Αυτό το έρεβος των ανθρώπινων παθών – του έρωτα και του θανάτου, της έριδας και της αγάπης, του τραγικά ανθρώπινου μεταφυσικού «γιατί;» – υπόκειται και χάσκει με ανοιχτά σαγόνια κάτω από τη στίλβουσα επιφάνεια των τεχνουργημάτων του Ιωαννίδη. Μας το υπενθυμίζει, πάντα πολύ υπαινικτικά, και ο ίδιος, ξανά και ξανά – σαν ένας «μουσικός στον πόλεμο» (όπως και ο τίτλος του ποιήματος για τον Ντεμπυσσύ), που διαρκώς, παίζοντας, υπαινίσσεται. Και οι υπαινιγμοί αυτοί μάς καταφέρουν διαρκή νύγματα και μας ανοίγουνε πληγές, όπως όταν βλέπουμε την αθώα περιγραφή ενός σαλιγκαριού μέσα στα χόρτα της λαϊκής (που σπάει το κέλυφός του και που ίσως πετιέται απ’ το μπαλκόνι), να καταλήγει σε ένα αγωνιώδες «γιατί;» για τη μοίρα τριών μεταναστών που, και αυτοί όπως το σαλιγκάρι, δεν έχουνε σπίτι και κοιμούνται σε αμάξι, έξω, στο πεζοδρόμιο – εξαιρετικό στη σύλληψη και την εκτέλεσή του το πεζοποίημα αυτό, με τίτλο «Οίκος», ελπίζω στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον να διδάσκεται, ας πούμε ευρισκόμενο σε κάποιο αναγνωστικό Λυκείου, για να μαθαίνουν οι νεότερες γενιές πώς μπορεί κανείς να μετατρέπει το «δικό του», την ζησμένη, ζέουσα ατομική εμπειρία του, σε «δικό μας», σε κοινωνική αναφορά προς και για όλους, αφού «ο ορισμός της ποίησης» δεν μπορεί παρά πάντα να είναι «μια γενική υποκειμενική».

Κι έτσι ο «Ρινόκερως» του τίτλου του βιβλίου, παρότι πάντα αινιγματικός, αρχίζει κάπως να αποκωδικοποιείται – αν και ο Ιωαννίδης μάλλον θα σιχαινόταν το συγκεκριμένο ρήμα και όσα αυτό περιγράφει! Ο γνωστός «Ρινόκερος» του Ιονέσκο, εδώ, ιδιοφυώς, αντιστρέφεται. Στον θεατρικό Ρινόκερο του Ρουμανογαλλοεβραίου Ιονέσκο (1959) η αλληγορία αφορά την τυφλή προσκόλληση και αφομοίωση του ατόμου στην και από την κρατούσα ιδεολογία, με σαφή αναφορά στην τερατώδη μεταμόρφωση πολλών συντρόφων και συγκαιρινών του Ιονέσκο από την προσχώρησή τους στην αντισημιτική, εθνικιστική ακροδεξιά (όπως ο Σιοράν) ή τη σταλινική αριστερά (όπως ο Σαρτρ): όλοι οι άνθρωποι ενός κοινού γαλλικού χωριού μεταμορφώνονται σε ζωώδεις ρινόκερους εκτός από έναν. Στον ιωαννίδειο «Ρινόκερω», το μεγάλο φερώνυμο πεζοποίημα αποτελεί την αφήγηση ενός αθώου ρινόκερου, ο οποίος μας μιλά καθώς διατρέχει την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία (σαν μια ποιητική μινιατούρα του «Ελέφαντα» του Ζοσέ Σαραμάγκου), πάντα δακτυλοδεικτούμενος, ως «είδος εξωτικόν», από τους Αρχαίους Ελληνες και τους Ρωμαίους ως τους Πορτογάλους αποίκους, τους Ινδούς αποικιζόμενους, τους Γάλλους και τους Γερμανούς που τον μαθαίναν στο σχολείο. Κι αυτός ο μαρτυρικός Ρινόκερως, που όλοι τον περιφέρουν δεξιά κι αριστερά για να τον δείχνουν, αυτός ο αιώνιος φυλακισμένος κι αδικημένος, αυτό το «αθώον ζώον», γίνεται η ύστατη αλληγορία για κάθε αποσυνάγωγο, κάθε στωικά υπομένοντα, κάθε ανυπεράσπιστο. Το επιβεβαιώνει και ένας στίχος, στο τέλος σχεδόν του βιβλίου: «...πώς μία αιτιατική επιθέτου – ανυπεράσπιστο – ταυτοχρόνως προσφύεται στο σώμα, στο πνεύμα, και στο όνομα του νεκρού».

Ο Ρινόκερως είναι, στον Ιωαννίδη, το πανταχού παρόν θύμα, στον Ιονέσκο είναι ο πανταχού παρών θύτης. Αλλά αυτό που στον Ιονέσκο είναι ένα βάρβαρο γκροτέσκο μπροστά τα μάτια μας, καθώς η σκηνή του θεάτρου κατακλύζεται από ανθρώπους που μεταμορφώνονται σε τερατώδεις ρινόκερους, στον Ιωαννίδη είναι ένα εκλεπτυσμένο αραβούργημα σοφιλιασμένο (δηλαδή σοφά τοποθετημένο) κάτω, πολύ κάτω από την επιφάνεια των ματιών. Σαν ένα τίποτα, που όμως σημαίνει τα πάντα.

Ορφέας Απέργης

 

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

Ζωή και θάνατος τού ρινόκερου























Αποσπάσματα από την κριτική τής Βαρβάρας Ρούσσου στον "Αναγνώστη":

"Ο Ρινόκερως, τέταρτο ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Ιωαννίδη, ακολουθεί την Πολωνία (εκδ.  Καστανιώτη, 2016), τη συλλογή που σηματοδοτεί την ωριμότητά του. Κοινό σημείο[,] η εκμετάλλευση της πραγματικότητας [] προκειμένου το ρεαλιστικό στοιχείο [] να αποτελέσει την αφορμή για να τεθούν μείζονα ερωτήματα. 

[Η] ζωή και ο θάνατος, η μνήμη ως ατομική ανάμνηση, η τέχνη και η αναπαράσταση, η συνομιλία των τεχνών, η στάση του καλλιτέχνη μπρος στην τέχνη του, αποτελούν τις βάσεις του ποιητικού οικοδομήματος. Καθένας από αυτούς τους άξονες υποστηρίζει μια ομάδα ποιημάτων που διαπλέκονται χωρίς να αποτελούν ξεκάθαρες ενότητες. 

Θεματικό πεδίο της συλλογής αποτελεί ο προβληματισμός γύρω από το βαθμό αναπαραστατικότητας. [] Η σχέση λόγου-εικόνας/φωτογραφίας συνδυαστικά με την ιδέα του θανάτου[, η] διαρκής υπόμνηση της απώλειας [], η φωτογραφία που διαιωνίζει το αναπαριστώμενο πρόσωπο και γίνεται άναρθρος λόγος, επαναλαμβάνουν, ως έναν ακόμη άξονα της συλλογής, το ερώτημα: «Τι μένει μετά το θάνατο;» [] 

Ιδιαίτερο γνώρισμα του βιβλίου αποτελεί η διαρκής επαναφορά του ζώου ως συμπύκνωση όλων των έμβιων όντων, ως περιθωριοποιημένο ον στο ανθρωποκεντρικό σύμπαν, ως αντικείμενο στα μάτια του ανθρώπινου υποκειμένου. [] Ο θάνατος, κοινή και αναπόδραστη μοίρα των έμβιων όντων, λειτουργεί καταλυτικά, εξισώνοντας τις διαφορές των ειδών και ακυρώνοντας την ιδέα της ανθρώπινης ανωτερότητας μπροστά στο μέγιστο οντολογικό θέμα []. 

Η καθαρότητα των στίχων του Ιωαννίδη, η ευθύτητα με την οποίαν παρουσιάζονται τα ζητήματα που προϋποτίθενται ως ποιητικό έναυσμα (τέχνες, θάνατος, ζώο), η συντομία των ποιημάτων και η κλασική στιχική κατανομή τους σε ελευθερόστιχες στροφικές ενότητες μελετημένες ως προς τους διασκελισμούς, τις σιωπές, την αστιξία και τα σχήματα, τέλος η εύστοχη μετάβαση σε πεζόμορφες επιλογές[,] μαρτυρούν μια ποίηση που κρατά ισορροπία." 

Ολόκληρη η κριτική της, εδώ: https://www.oanagnostis.gr/i-zoi-kai-o-thanatos-toy-rinokeroy-tis-varvaras-royssoy/

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Κάτω από τον μανδύα της καθημερινότητας

 



Η Άννα Λυδάκη γράφει στο "Bookpress" τής 14.ii.2021: 

"Για τριακόσια χρόνια, όλοι νόμιζαν πως ο Ντύρερ είχε απεικονίσει σωστά τον ρινόκερω, «μα εγώ δεν του μοιάζω». [...] Μια εικόνα ψευδής γίνεται πιστευτή γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει ποιος είναι ο ρινόκερως στην πραγματικότητα. [...]

Ο Ιωαννίδης αναγνωρίζει τις ζωές εκείνες που κυλούν με πληγές αόρατες, κρυμμένες πίσω από τους μανδύες της καθημερινότητας, πίσω από μικρά χαμόγελα που ξεγελούν. Και μιλά αντ’ αυτών: με γλώσσα απέριττη αλλά μεστή, με λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες, χαμηλόφωνες, ανακαλύπτει και εκφράζει στα εξαιρετικά ποιήματά του καταστάσεις και συναισθήματα που υπόγεια, χωρίς να φαίνονται, πάντα ταλανίζουν."

(Η εικόνα, "Κατά τον ρινόκερω τού Ντύρερ", είναι της Lucy Pulvers, όπως εικονογράφησε το κείμενο τής Ά.Λ., που βρίσκεται ολόκληρο εδώ: https://bookpress.gr/kritikes/poiisi/13074-ioannidis-panagiotis-kastaniotis-rinokeros-lydaki)


Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

"Βιρτζίνια, πρέπει να ξέρω...













... πέρασες το φως;"

Έτσι αρχίζει και τελειώνει το ποίημα "Αναπεπταμένη": το ένα από τα δύο ποιήματα του Ρινόκερου για την Virginia Woolf, που γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1882. 

Πριν τυπωθεί στο βιβλίο, παρουσιάστηκε στα πλαίσια της ομαδικής ποιητικής περφόρμανς "Limbo" του περιοδικού "ΦΡΜΚ" στο "Ρομάντσο" (Αθήνα) το 2017. Δυο χρόνια αργότερα, η περφόρμανς αυτή επαναλήφθηκε, στα αγγλικά, στα πλαίσια του φεστιβάλ ποιητικής περφόρμανς στο Πανεπιστήμιο του Brighton (Ην. Βασίλειο) που είχε επιμεληθεί η Πατρίτσια Κολαΐτη. Και τον Νοέμβριο του 2020, μια βίντεο-περφόρμανς τού ποιήματος συμπεριελήφθη στο Φεστιβάλ Λογοτεχνικής Περφόρμανς που επιμελήθηκε η Παυλίνα Μάρβιν στα πλαίσια της 17ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης: https://youtu.be/5ZuJm1u9A6U

Η φωτογραφία (2019) είναι καθ' οδόν προς το Rodmell, όπου και το Monk's House, το αγαπημένο σπίτι απ' όπου έφυγε η Β.Γ. για να συναντήσει τον ποταμό Ouse το 1941.

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Ευχαριστία μετά από ανάρρωση












Αν το ποίημα "Ο μουσικός στον πόλεμο" σχετικώς προφανώς αφορά τον Γάλλο συνθέτη Κλωντ Ντεμπυσσύ, από την μουσική ριζώνει -ίσως λιγότερο προφανώς- και η "Ευχαριστία μετά από ανάρρωση": από δύο έργα για κουαρτέττο εγχόρδων (δυο βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλλο) που απέχουν μεταξύ τους 163 χρόνια.

Το ένα είναι το 15ο κουαρτέττο για έγχορδα του Μπετόβεν, έργο 132, του 1825. Το τρίτο μέρος του, που είναι και το μεγαλύτερο σε διάρκεια από τα πέντε, φέρει, εκτός από την ένδειξη "Molto adagio - Andante" (στα ιταλικά: "Πολύ ήρεμα - Βαδίζοντας" - μα στην μουσική, και οι δύο όροι δεικνύουν τον (πολύ) αργό ρυθμό), την επιγραφή "Heiliger Dankgesang eines Genesenen an die Gottheit, in der lydischen Tonart", που στα γερμανικά σημαίνει: "Άγιο Άσμα Ευχαριστιών ενός Αναρρώσαντος προς την Θεότητα, στον λυδικό τρόπο" (και ο λυδικός τρόπος είναι μουσική κλίμακα εν χρήσει ήδη στους αρχαιοελληνικούς χρόνους).

Το άλλο έργο είναι τα "Διαφορ(ετικ)α τραίνα" [Different trains] του Αμερικανού συνθέτη Steve Reich, γραμμένο το 1988. Εδώ, το κουαρτέττο που παίζει 'ζωντανά', συμπληρώνεται από μαγνητοταινία όπου ακούγεται να παίζει ηχογραφημένο, μαζί με ήχους τραίνων και αποσπάσματα ομιλίας ανθρώπων που ταξίδεψαν με τραίνο: Αμερικανούς, και Εβραίους της Ευρώπης (τα δικά τους τραίνα, τους πήγαιναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης). Έχει τρία μέρη: Ι. Στην Αμερική - πριν απ' τον πόλεμο, ΙΙ. Στην Ευρώπη - κατά τον πόλεμο, ΙΙΙ. Μετά τον πόλεμο (όπου σμίγουν οι φωνές Αμερικανών και επιζησάντων του Ολοκαυτώματος).

Να, λοιπόν, η "Ευχαριστία" του Μπετόβεν (από το σπουδαίο Κουαρτέττο Amadeus), και, ακολούθως, τα δύο τελευταία 'τραίνα' του Στηβ Ράιχ με τους πρώτους διδάξαντες, Kronos Quartet:

https://youtube.com/playlist?list=PLtrUqGxsYMZ1xHfzeotRovdsuOdtP_A-X

H δε φωτογραφία είναι από τον ναό του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες, ναού αφιερωμένου στον θεό που βόηθησε τους ντόπιους στην Αρχαϊκή Εποχή. 

[Π.Ι., Οκτ. 2020]

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

«Το ελάφι ήταν δικό Σας; Το αγαπούσατε;»






















Με τον καταληκτήριο στίχο του ποιήματος "Η Ιφιγένεια στέλνει στην Άρτεμη" τιτλοφορεί το κείμενό της για τον Ρινόκερω στον πρωτοχρονιάτικο "Χάρτη" η Παυλίνα Μάρβιν. Γράφει, μεταξύ άλλων:

"[Τ]ο θαύμα δεν εξαντλείται στον εντυπωσιασμό – είναι βαθιά φροντιστικό. Ο Ρινόκερως είναι το αγαπημένο μου βιβλίο του Ιωαννίδη, ακριβώς επειδή αυτή η φροντίδα για πρόσωπα και πράγματα από το βαθύ παρελθόν και το εγγύτερο παρόν που διατρέχει όλα του τα έργα, έρχεται στο προσκήνιο ξανά, με νέο τρόπο: ευθύ, αποφασιστικό που δεν χαρίζεται και δεν αφήνει δεύτερη επιλογή. Ναι, αυτός ο κόσμος και η ιστορία του χρειάζονται άμεσα να φροντιστούν."

"Αυτό είναι που κρατώ σαν φυλαχτό από την ιστορία του ρινόκερου, από την ποιητική γραφή του Ιωαννίδη: την καθαρή αγωνία των ερωτημάτων που τίθενται για πρώτη φορά και αντέχουν να παραμένουν απολύτως ακριβή και σταθερά αναπάντητα."

Όλο το κείμενό της βρίσκεται εδώ: https://www.hartismag.gr/hartis-25/klimakes/to-elafi-htan-diko-sas-to-agapoysate

Στην εικόνα, ο περιβόητος ρινόκερως του Ντύρερ, φυσικά.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

"Και φτάνει – κρύψε το πριόνι"
















ΦΙΛΕΥΣΠΛΑΓΧΝΕ ΤΑΧΥΔΑΚΤΥΛΟΥΡΓΕ


Έβγαλες τον λαγό απ’ το καπέλο σου

Μπράβο λοιπόν

Τώρα από το μανίκι σου ανάσυρε

πολλά πολλά μαντήλια

–κίτρινα ροζ τυρκουάζ

καφέ πορτοκαλιά και μπλε–

για να του φτιάξεις μια ζεστή φωλιά

να μην κρυώνει


Και φτάνει –

κρύψε το πριόνι


~


Με το ποίημα που ανοίγει τον Ρινόκερω (εκδ. Καστανιώτη, 2020) και το οποίο διάλεξε το βιβλιοπωλείο "Πολιτεία" για να συνοδεύσει αυτή την φωτογραφία που ανέβασε τον Οκτώβριο 2020, σας εύχομαι να είναι φιλεύσπλαγχνο το 2021, και με περισσότερες ζεστές παρά ψυχρές χειρονομίες...

Η Σιμόν Βέιλ λύνει τα μαλλιά της

              Η ΣΙΜΟΝ ΒΕΪΛ ΛΥΝΕΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ   Σιμόν Αννί Λιλίν Ζακόμπ   Πες ότι είσαι δεκαοχτώ της ψιθύρισε ο άντρας στην απ...